Bacchae by Euripides (Fisrt Episode), in modern greek lyrical translation

Please download to get full document.

View again

of 11
3 views
PDF
All materials on our website are shared by users. If you have any questions about copyright issues, please report us to resolve them. We are always happy to assist you.
Document Description
The text in this document represents my approach on transferring to modern greek the original text of "Bacchae" by Euripides, in lyrical style. As of this time, this is still a work in progress.
Document Share
Document Tags
Document Transcript
  ΒΑΚΧΑΙ   Ευριπίδη    Μετρική απόδοση εκ πρωτοτύπου    Χρήστου Α. Τσίρκα   Α ’   ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ   170 175 180 185 190 ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   τίς ἐν πύλαισι; Κάδμον ἐκκάλει δόμων,   Ἀγήνορος παῖδ', ὃς πόλιν Σιδωνίαν   λιπὼν ἐπύργωσ' ἄστυ Θηβαίων τόδε.   ἴτω τις, εἰσάγγελλε Τειρεσίας ὅτι   ζητεῖ   νιν· οἶδε δ' αὐτὸς ὧν ἥκω πέρι   ἅ   τε ξυνεθέμην πρέσβυς ὢν γεραιτέρωι,   θύρσους ἀνάπτειν καὶ   νεβρῶν δορὰς ἔχειν   στεφανοῦν τε κρᾶτα κισσίνοις βλαστήμασιν. ΚΑΔΜΟΣ   ὦ   φίλταθ', ὡς σὴν γῆρυν ἠισθόμην κλυὼν   σοφὴν σοφοῦ   παρ' ἀνδρός, ἐν δόμοισιν ὤν.   ἥκω δ' ἕτοιμος τήνδ' ἔχων σκευὴν θεοῦ·   δεῖ   γάρ νιν ὄντα παῖδα θυγατρὸς ἐξ ἐμῆς   [Διόνυσον ὃς πέφηνεν ἀνθρώποις θεὸς]   ὅσον καθ' ἡμᾶς δυνατὸν αὔξεσθαι μέγαν.   ποῖ   δεῖ    χορεύειν, ποῖ   καθιστάναι πόδα   καὶ   κρᾶτα σεῖσαι πολιόν; ἐξηγοῦ   σύ μοι   γέρων γέροντι, Τειρεσία· σὺ   γὰρ   σοφός.   ὡς οὐ   κάμοιμ' ἂν οὔτε νύκτ' οὔθ' ἡμέραν   θύρσωι κροτῶν γῆν· ἐπιλελήσμεθ' ἡδέως   γέροντες ὄντες.   ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   ταὔτ' ἐμοὶ   πάσχεις ἄρα·   κἀγὼ   γὰρ ἡβῶ   κἀπιχειρήσω χοροῖς.   Ποιος είν’ αυτός που στέκεται στην πύλη;   Φώναξε, νά βγει έξω απ’ το παλάτι   ο Κάδμος, του Αγήνορα το τέκνο,    –που ‘φυγε απ’ την πόλη της Σιδώνας,   για να λιθοδομήσει   εδώ την Θήβα.   Για να   του αναγγείλει   ας πάει κάποιος   ο γερο - Τειρεσίας πως τον ζητάει·   το ξέρει τάχα για ποιον λόγο ήρθα,   και τί –γέρος εγώ, μ’   αυτόν πιο γέρο–   έχουμ’ από καιρό προσυμφωνήσει:   να σφίξουμε στα χέρια μας τους θύρσους,   τομάρι απ’ αλάφι να ντυθούμε,   να πλέξουμε στεφάνι στο κεφάλι   από κισσού ολόφρεσκα κλωνάρια.   Φίλε μου αγαπημένε, τη μιλιά σου   τη γνώρισα    –σοφή , σώφρονος άνδρα– , σαν σε γρικούσα μέσ’ από το σπίτι.   Ετοιμασμένος είμαι, και φοράω   του Βρόμιου τα ενδύματα   τα άγια·   και πρέπει, το λοιπόν, όσο μπορούμε,   του   Διόνυσου    –της κόρης μου βλαστάρι , θεός που φάνηκε μες στους ανθρώπους–   να υμνούμε το θεϊκό το μεγαλείο.   Πού να χορέψουμε, λοιπόν, θα πάμε ; Πούθε θα σύρουμε τα βήματά μας,   και πούθε το κατάλευκο κεφάλι   θα σείσουμε; εξήγησέ μου, τώρα,   στον γέροντα ο γέρος, Τειρεσία , που ‘σαι σοφός·   κι εγώ δεν θ’ αποκάμω   νύχτα και μέρα να χτυπώ τον θύρσο   στη γη    –τα γηρατειά ξεχνώντας έτσι,   στης λησμονιάς τη   βακχική τη   γλύκα.    Όπως κι εγώ, το ίδιο νιώθεις τότε ! Ξανάνιωσα κι εγώ, και θα χορέψω!     195 200 205 ΚΑΔΜΟΣ   οὔκουν ὄχοισιν εἰς ὄρος περάσομεν;   ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   ἀλλ' οὐχ ὁμοίως ἂν ὁ   θεὸς τιμὴν ἔχοι.   ΚΑΔΜΟΣ   γέρων γέροντα παιδαγωγήσω σ' ἐγώ;   ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   ὁ   θεὸς ἀμοχθεὶ   κεῖσε νῶιν ἡγήσεται.   ΚΑΔΜΟΣ   μόνοι δὲ   πόλεως Βακχίωι χορεύσομεν;   ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   μόνοι γὰρ εὖ   φρονοῦμεν, οἱ   δ' ἄλλοι κακῶς.   ΚΑΔΜΟΣ   μακρὸν τὸ   μέλλειν· ἀλλ' ἐμῆς ἔχου χερός.   ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   ἰδού, ξύναπτε καὶ   ξυνωρίζου χέρα.   ΚΑΔΜΟΣ   οὐ   καταφρονῶ   'γὼ   τῶν θεῶν θνητὸς γεγώς.   ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   οὐδὲν σοφιζόμεσθα τοῖσι δαίμοσιν.   πατρίους παραδοχάς, ἅς θ' ὁμήλικας  χρόνωι   κεκτήμεθ', οὐδεὶς αὐτὰ   καταβαλεῖ   λόγος,   οὐδ' εἰ   δι' ἄκρων τὸ   σοφὸν ηὕρηται φρενῶν.   ΚΑΔΜΟΣ   ἐρεῖ   τις ὡς τὸ   γῆρας οὐκ αἰσχύνομαι,   μέλλων χορεύειν κρᾶτα κισσώσας ἐμόν;   Απάνω σ’ άρμα, στο βουνό θα πάμε;   Τον θεό δεν τον τιμάνε τέτοια, όχι!   Από το χέρι να σε πάρω μήπως,   τον γέρο σαν παιδί, εγώ ο γέρος;   Ακόπιαστα ο θεός εκεί μας πάει.   Και, μόνοι μας εμείς σ’ όλη τη Θήβα,   θα στήσουμε στον Βάκχο χοροστάσι ; Σωστά τα συλλογιόμαστε·   οι άλλοι σφάλλουν.   Αργοπορούμε·   πιάσε μου   το χέρι.   Συνένωσέ το   μέσα στο δικό μου,   τα δυο μας    χέρια να συνταιριαστούνε . Είμαι θνητός,   θεούς δεν αψηφάω!   Σοφίσματα δεν πρέπουν για τα θεία·   κι όσες προγονικές μας παραδόσεις    –αρχαίες   σαν τον Χρόνο–   μας δοθήκαν,   λόγια ποτέ αυτές δεν τις ξεστήνουν    –ακόμη κι αν σταλάζουνε   σοφία   στα   όρια του λογισμού που φτάνει . «Τα γηρατειά δεν ντρέπεται;», για ‘μένα   θα πούνε κάποιοι, «και πώς θέλει τώρα,     210 215 220 225 230 ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   οὐ   γὰρ διήιρηχ' ὁ   θεὸς οὔτε τὸν νέον   εἰ    χρὴ    χορεύειν οὔτε τὸν γεραίτερον,   ἀλλ' ἐξ ἁπάντων βούλεται τιμὰς ἔχειν   κοινάς, διαριθμῶν δ' οὐδέν' αὔξεσθαι θέλει.   ΚΑΔΜΟΣ   ἐπεὶ   σὺ   φέγγος, Τειρεσία, τόδ' οὐχ ὁρᾶις,   ἐγὼ   προφήτης σοι λόγων γενήσομαι.   Πενθεὺς πρὸς οἴκους ὅδε διὰ   σπουδῆς περᾶι,    Ἐχίονος παῖς, ὧι κράτος δίδωμι γῆς.   ὡς ἐπτόηται· τί ποτ' ἐρεῖ   νεώτερον;   ΠΕΝΘΕΑΣ   ἔκδημος ὢν μὲν τῆσδ' ἐτύγχανον χθονός,   κλύω δὲ   νεοχμὰ   τήνδ' ἀνὰ   πτόλιν κακά,   γυναῖκας ἡμῖν δώματ' ἐκλελοιπέναι πλασταῖσι βακχείαισιν, ἐν δὲ   δασκίοις   ὄρεσι θοάζειν, τὸν νεωστὶ   δαίμονα   Διόνυσον, ὅστις ἔστι, τιμώσας χοροῖς,   πλήρεις δὲ   θιάσοις ἐν μέσοισιν ἱστάναι   κρατῆρας, ἄλλην δ' ἄλλοσ' εἰς ἐρημίαν   πτώσσουσαν εὐναῖς ἀρσένων ὑπηρετεῖν,   πρόφασιν μὲν ὡς δὴ   μαινάδας θυοσκόους,   τὴν δ' Ἀφροδίτην πρόσθ' ἄγειν τοῦ   Βακχίου.   ὅσας μὲν οὖν εἴληφα, δεσμίους χέρας   σώιζουσι πανδήμοισι πρόσπολοι στέγαις·   ὅσαι δ' ἄπεισιν, ἐξ ὄρους θηράσομαι,  [  Ἰνώ τ' Ἀγαυήν θ', ἥ   μ' ἔτικτ' Ἐχίονι,   Ἀκταίονός τε μητέρ', Αὐτονόην λέγω,]   καί σφας σιδηραῖς ἁρμόσας ἐν ἄρκυσιν   παύσω κακούργου τῆσδε βακχείας τάχα.   λέγουσι δ' ὥς τις εἰσελήλυθε   ξένος , γόης ἐπωιδὸς Λυδίας ἀπὸ    χθονός,   κισσό στεφανωμένος, να χορέψει;».   Δεν ξεχωρίζει ο θεός αν πρέπει   μονάχ’ ο νιος ή ο γέρος να χορεύει·   κι όλοι να τον τιμάνε   αξιώνει,   από κοινού·   κι ούτε μετράει   ποιοι τον τιμάν περσότεροι απ’ άλλους.   Μιας και το φως δεν βλέπεις, Τειρεσία,   με λόγια όσα συμβαίνουν ας ακούσεις:   Μες στη βιασύνη , φτάνει στο παλάτι   του Εχίονα το τέκνο, ο Πενθέας,   που του ‘δωκα της χώρας εξουσία.   Αλαφιασμένος είναι·   τί θ’ ανακοινώσει;   Μακριά απ’ τη χώρα έτυχε να λείπω,   μα άκουσα πως βρήκανε την πόλη   πρωτόφαντα δεινά: πως οι γυναίκες   παράτησαν τα σπίτια για την πλάνη   τη βακχική , κι ακόμα πως διαβαίνουν   στα σκιερά τα όρη·   πως τιμάνε   τον νιόφερτο   στη Θήβα τον θεό τους , τον Διόνυσο –που λέν’ αυτές πως είναι·   πως στήσανε στη μέση των θιάσων   λαγήνια που ‘ναι ξέχειλα με οίνο·   πότε η μια από ‘δω κι εκείθε η άλλη    –στις ερημιές δραπέτες αφού γίνουν–   υπηρετούνε των αντρών το πάθος    –τις ευλαβείς Μαινάδες παρασταίνουν , μα πιο πολύ τιμούν την Αφροδίτη   παρά τον Βάκχο. Κι όσες έχω πιάσει,   ασφαλισμένες   με δεμένα χέρια   κρατάν   οι υπηρέτες μες στα σπίτια·   κι όσες ξεφύγαν, θα τις κυνηγήσω    –μιλώ για την Ινώ, και την Αγαύη   που μ’ έκανε μαζί με τον Εχίονα,   και για την   Αυτονόη, του Ακταίωνα μάνα–   και πίσω θα τις φέρω απ’ τα όρη,   αφού πιαστούν με δίκτυα σιδερένια,   ευθύς να πάψει η πρόστυχη βακχεία.   Κατά πως λένε, ήρθε επισκέπτης , μάγος, θεραπευτής απ’ τη Λυδία,    235 240 245 250 255 260 265 ξανθοῖσι βοστρύχοισιν εὔοσμος κόμην,   οἰνωπός , ὄσσοις χάριτας Ἀφροδίτης ἔχων,   ὃς ἡμέρας τε κεὐφρόνας συγγίγνεται   τελετὰς προτείνων εὐίους νεάνισιν.   εἰ   δ' αὐτὸν εἴσω τῆσδε λήψομαι χθονός,   παύσω κτυποῦντα θύρσον ἀνασείοντά τε   κόμας, τράχηλον σώματος χωρὶς τεμών. ἐκεῖνος εἶναί φησι Διόνυσον θεόν,   ἐκεῖνος ἐν μηρῶι ποτ' ἐρράφθαι Διός·   ὃς ἐκπυροῦται λαμπάσιν κεραυνίαις   σὺν μητρί, Δίους ὅτι γάμους ἐψεύσατο.   ταῦτ' οὐχὶ   δεινὰ   κἀγχόνης   ἔστ' ἄξια,   ὕβρεις ὑβρίζειν, ὅστις ἔστιν ὁ   ξένος;   ἀτὰρ τόδ' ἄλλο θαῦμα· τὸν τερασκόπον   ἐν ποικίλαισι νεβρίσι Τειρεσίαν ὁρῶ   πατέρα τε μητρὸς τῆς ἐμῆς, πολὺν γέλων,   νάρθηκι βακχεύοντ'· ἀναίνομαι, πάτερ,   τὸ   γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν νοῦν οὐκ ἔχον.   οὐκ ἀποτινάξεις κισσόν; οὐκ ἐλευθέραν   θύρσου μεθήσεις χεῖρ', ἐμῆς μητρὸς πάτερ;   σὺ   ταῦτ' ἔπεισας, Τειρεσία· τόνδ' αὖ   θέλεις   τὸν δαίμον'   ἀνθρώποισιν ἐσφέρων νέον   σκοπεῖν πτερωτὰ   κἀμπύρων μισθοὺς φέρειν.   εἰ   μή σε γῆρας πολιὸν ἐξερρύετο,   καθῆσ' ἂν ἐν βάκχαισι δέσμιος μέσαις,   τελετὰς πονηρὰς εἰσάγων· γυναιξὶ   γὰρ   ὅπου βότρυος ἐν δαιτὶ   γίγνεται γάνος,   οὐχ ὑγιὲς οὐδὲν ἔτι λέγω τῶν ὀργίων.   ΧΟΡΟΣ   τῆς δυσσεβείας. ὦ   ξέν', οὐκ αἰδῆι θεοὺς   Κάδμον τε τὸν σπείραντα γηγενῆ   στάχυν,    Ἐχίονος δ' ὢν παῖς καταισχυνεῖς γένος;   με μυρωδάτες τις ξανθές πλεξούδες,   βαθύχρωμος   στην όψη, και στο βλέμμα   με   ερωτικές της Αφροδίτης χάρες·   και μερονύχτια με γυναίκες σμίγει , στους νέους τάζει   εκστατικά γιορτάσια . Αν τον πετύχω, μέσα στο παλάτι , θα συλληφθεί και τότε θα του πάψω   τον θύρσο να χτυπά και τα μαλλιά του   να ρίχνει στον αγέρα, μιας και σώμα   απ’ τον λαιμό θα του ‘χω αποκόψει·   ο Διόνυσος θεός πως τάχα είναι   λέγει ετούτος·   πως στου Δία τότε   τον ράψαν τον μηρό –εκείνον που όλοι   το ξέρουν πως του Δία σπινθηροβόλα   φωτιά του κεραυνού έκανε στάχτη   μαζί με την μητέρα του, που ύβρη   διέπραξε στον θεϊκό   της γάμο.   Δεν πρέπει να του στρίψω το λαρύγγι,   όποιος κι αν είν’ αυτός που ανόσια λέγει;   Μα, τι αλλοκοτιά! Τον οιωνοσκόπο,   τον Τειρεσία, βλέπω που φοράει   λαφιού τομάρι παρδαλό·   κι ο Κάδμος,   της μάνας μου πατέρας, με τον θύρσο   βακχεύει·   ώχου! μ’ έπιασαν τα γέλια!   Δεν το βαστώ, σεβάσμιε, να βλέπω   ξεκούτηδες πως γίνατε , στο γήρας ! Δεν ρίχνεις τον κισσό; Δεν λευτερώνεις   το χέρι –το ραβδί, παππού,   πετώντας;   Σύ, Τειρεσία, τον έμπλεξες   σε τέτοια , θεό καινούργιο να μας   ξενομπάσεις   μες στους ανθρώπους, και τα τυχερά σου   να ‘χεις από των όρνιων μαντολόι   κι απ’ τις φωτιές π’ ανάβουν στις θυσίες·   κι ακόμα πιο πολύ, αν δεν ήσουν άσπρος   μέσα στα γηρατειά σου, τότε δέσμιος   ανάμεσα στις Βάκχες θα στεκόσουν , που επώδυνα μας φέρνεις πανηγύρια·   γιατί, στις τελετές τις γυναικείες , φαιδρή   ευφορία   η αψάδα απ’ το σταφύλι  –σε τέτοιες τελετές , σωστά μην ψάχνεις.   Αφώτιστε, μεγάλη η ασέβεια!   Κανένας σεβασμός προς τους θεούς σου,   κι ούτε στον Κάδμο, που ‘σπειρε σαν   270 275 280 285 290 ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ   ὅταν λάβηι τις τῶν λόγων ἀνὴρ σοφὸς   καλὰς ἀφορμάς, οὐ   μέγ' ἔργον εὖ   λέγειν·   σὺ   δ' εὔτροχον μὲν γλῶσσαν ὡς φρονῶν ἔχεις,   ἐν τοῖς λόγοισι δ' οὐκ ἔνεισί σοι φρένες.   θράσει δὲ   δυνατὸς καὶ   λέγειν οἷός τ' ἀνὴρ   κακὸς πολίτης γίγνεται νοῦν οὐκ ἔχων.   οὗτος δ' ὁ   δαίμων ὁ   νέος, ὃν σὺ   διαγελᾶις,   οὐκ ἂν δυναίμην μέγεθος ἐξειπεῖν ὅσος   καθ' Ἑλλάδ' ἔσται. δύο γάρ, ὦ   νεανία,   τὰ   πρῶτ'   ἐν ἀνθρώποισι· Δημήτηρ θεά –   Γῆ   δ' ἐστίν, ὄνομα δ' ὁπότερον βούληι κάλει·   αὕτη μὲν ἐν ξηροῖσιν ἐκτρέφει βροτούς·   ὃς δ' ἦλθ' ἔπειτ', ἀντίπαλον ὁ   Σεμέλης γόνος   βότρυος ὑγρὸν πῶμ' ηὗρε κἀσηνέγκατο   θνητοῖς, ὃ   παύει τοὺς ταλαιπώρους βροτοὺς   λύπης, ὅταν πλησθῶσιν ἀμπέλου ῥοῆς,   ὕπνον τε λήθην τῶν καθ' ἡμέραν κακῶν   δίδωσιν, οὐδ' ἔστ' ἄλλο φάρμακον πόνων.   οὗτος θεοῖσι σπένδεται θεὸς γεγώς,   ὥστε διὰ   τοῦτον τἀγάθ' ἀνθρώπους ἔχειν.   καὶ   διαγελᾶις νιν ὡς ἐνερράφη Διὸς   μηρῶι; διδάξω σ' ὡς καλῶς ἔχει τόδε.   ἐπεί νιν   ἥρπασ' ἐκ πυρὸς κεραυνίου   Ζεύς, ἐς δ' Ὄλυμπον βρέφος ἀνήγαγεν νέον,  Ἥρα νιν ἤθελ' ἐκβαλεῖν ἀπ' οὐρανοῦ , Ζεὺς δ' ἀντεμηχανήσαθ' οἷα δὴ   θεός·   ῥήξας μέρος τι τοῦ    χθόν' ἐγκυκλουμένου   αἰθέρος, ἔδωκε τόνδ' ὅμηρον, ἐκτιθεὶς   Διόνυσον Ἥρας νεικέων· χρόνωι δέ νιν   στάχυ    χωμόπλαστων το γένος ; Εσύ, τέκνο   του Εχίονα, ατιμάζεις τη γενιά σου ; Εχέφρων άντρας λόγο όταν λάβει   με πρέπουσα αφορμή, τότε δεν είναι   κατόρθωμα σωστά αν σταθεί στα λόγια·   Ευφράδεια έχεις, γνωστικός περνιέσαι,   μα λείπει απ’ τα λόγια σου ο νους σου.   Ο δυνατός και ο θρασύς στα λόγια , κακός πολίτης   δίχως σωφροσύνη . Ο νέος ο θεός που περιπαίζεις   πόση μεγαλοσύνη στην Ελλάδα   θα αποκτήσει, πώς να   το   εκφράσω;   Δυο πράματα, νεαρέ, στον κόσμο πρώτα:   η Δήμητρα, η θεά, που την καλούμε   με τ’ όνομα της Γης –μ’ όποιο κι αν θέλεις   από τα δυό–, που θρέφει τους ανθρώπους   με τα σπαρτά·   κι ήρθε κατόπι   εκείνος,   το σπλάχνο της Σεμέλης, που μας βρήκε    –τροφή   αντάξια–   σταφυλιού το πιώμα , μες στους ανθρώπους   να το παραδώσει,    –γιατρειά θνητών των δύσμοιρων της λύπης , σαν η κοιλιά τους γίνει γιοματάρι   απ’ της αμπέλου τον χυμό που πίνουν·   και    –λησμονιά απ’ τα βάσανα της μέρας–   ύπνο τους φέρνει·   κι   άλλο για τις πίκρες   βάλσαμο   δεν υπάρχει που να θέλουν . Θεός ενσαρκωμένος είν’ ο ίδιος    –στους άλλους τους θεούς σπονδή θα γίνει,   κάθ’ αγαθό οι ανθρώποι ν’ αποκτήσουν.   Περιγελάς,   και λες   πως είναι   ψέμα   ότι τον ράψαν στον μηρό του Δία;   Το νόημα σ’ αυτό ας σου αποδείξω:   Σαν άρπαξε το βρέφος τότ’ ο Δίας,   μέσ’ απ’ του κεραυνού φωτιά, νεούδι,   στον Όλυμπο ψηλά –θεό από πρώτα–   εξύψωσε·   κι η Ήρα αποζητούσε   απ’   τα ουράνια να τον αποδιώξει·   τεχνάσματα σκαρφίστηκε ο Δίας,   θεός κι αυτός, ενάντια στα δικά της:   των ουρανών –τη γη που περιζώνουν–  
Search Related
We Need Your Support
Thank you for visiting our website and your interest in our free products and services. We are nonprofit website to share and download documents. To the running of this website, we need your help to support us.

Thanks to everyone for your continued support.

No, Thanks